υπερτέλειος

υπερτέλειος
α, ο [ος и εία, ον] достигший совершенства; совершенный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "υπερτέλειος" в других словарях:

  • ὑπερτέλειος — beyond completeness masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπερτέλειος — α, ο / ὑπερτέλειος, εία, ον, ΝΜΑ [τέλειος] (κυρίως για τον Θεό) αυτός που υπερβαίνει κάθε τελειότητα, απόλυτα τέλειος νεοελλ. 1. μτφ. ιδανικός, ιδεώδης 2. το ουδ. ως ουσ. το υπερτέλειο η απόλυτη τελειότητα αρχ. 1. (για αριθμό) ὑπερτελής* 2. το… …   Dictionary of Greek

  • υπερτέλειος — α, ο ο απόλυτα τέλειος, ο τελειότατος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ὑπερτέλειον — ὑπερτέλειος beyond completeness masc/fem acc sg ὑπερτέλειος beyond completeness neut nom/voc/acc sg ὑπερτελέω overleap imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) ὑπερτελέω overleap imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερτελείου — ὑπερτέλειος beyond completeness masc/fem/neut gen sg ὑπερτελέω overleap pres imperat mp 2nd sg (attic epic doric) ὑπερτελέω overleap imperf ind mp 2nd sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερτελείους — ὑπερτέλειος beyond completeness masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερτελείων — ὑπερτέλειος beyond completeness masc/fem/neut gen pl ὑπερτελέω overleap pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερτελείῳ — ὑπερτέλειος beyond completeness masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερτέλειοι — ὑπερτέλειος beyond completeness masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπερτελής — ές, ΜΑ 1. (ιδίως για πυρσό) αυτός που φθάνει πέρα από τον στόχο («ὑπερτελής τε, πόντον ὥστε νωτίσαι», Αισχύλ.) 2. (για τον Θεό) ο απόλυτα τέλειος, υπερτέλειος αρχ. 1. αυτός που φαίνεται πάνω από κάποιον ή από κάτι άλλο («τίς οἴκων θυοδόκων… …   Dictionary of Greek

  • υπερτελειότης — ότητος, ἡ, Α [ὑπερτέλειος] (κυρίως για τον Θεό) η απόλυτη τελειότητα …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»